Γιατί κάποιες αναμνήσεις μένουν για πάντα «ζωντανές» και άλλες «σβήνουν», σύμφωνα με μελέτη
Νέα μελέτη αποκαλύπτει τον μηχανισμό με τον οποίο ο εγκέφαλος διατηρεί ή απορρίπτει αναμνήσεις.
Κάποιες αναμνήσεις μένουν για πάντα «χαραγμένες» στον εγκέφαλό μας, ενώ άλλες χάνονται με το πέρασμα του χρόνου. Μια νέα μελέτη από το Πανεπιστήμιο της Βοστώνης που δημοσιεύεται στο Science Advances εξηγεί πως η μνήμη μας δεν λειτουργεί σαν απλή κάμερα που καταγράφει τα πάντα, αλλά σαν ένας επιλεκτικός αφηγητής που κρατά ό,τι έχει αξία ή συνδέεται με έντονα συναισθήματα. Οι επιστήμονες διαπίστωσαν ότι ακόμη και οι πιο ασήμαντες εμπειρίες μπορούν να «σωθούν» στη μνήμη μας, εφόσον συνδεθούν με ένα απρόσμενο γεγονός, μια συγκίνηση ή μια ανταμοιβή.
Η διάσωση των αδύναμων αναμνήσεων
Το φαινόμενο αυτό εξηγεί γιατί μπορούμε να θυμόμαστε με κάθε λεπτομέρεια τι κάναμε λίγο πριν από μια σημαντική στιγμή, όπως μια προσωπική επιτυχία ή ένα γεγονός που μας συγκλόνισε, ενώ άλλες μέρες της ζωής μας σβήνουν γρήγορα από τη μνήμη. Η μελέτη, που βασίστηκε σε δεδομένα από περίπου 650 συμμετέχοντες και 10 ξεχωριστά πειράματα, έδειξε πως ο εγκέφαλος χρησιμοποιεί ένα «σύστημα προτεραιότητας» για να αποφασίσει ποια ερεθίσματα θα κρατήσει ζωντανά και ποια θα αφήσει να ξεθωριάσουν.
Όπως αναφέρεται στο medicalexpress.com, η μνήμη φαίνεται να ενισχύεται ανάλογα με το συναισθηματικό βάρος της αρχικής στιγμής. Όσο πιο ισχυρό το συναίσθημα, τόσο πιο εύκολα θυμόμαστε όσα συνέβησαν μετά. Αντίθετα, οι αναμνήσεις που προηγούνται ενός έντονου γεγονότος διατηρούνται κυρίως όταν έχουν κάποιο κοινό στοιχείο με αυτό – όπως ένα χρώμα ή μια εικόνα που τις «δένει» με τη βασική εμπειρία.
Αυτό που αναδεικνύει η έρευνα είναι ότι η μνήμη δεν βασίζεται μόνο στο πότε έγινε κάτι, αλλά και στο πόσο σχετίζεται νοηματικά με κάτι σημαντικό. Για πρώτη φορά αποδείχθηκε ότι ο εγκέφαλος μπορεί να «διασώσει» αδύναμες αναμνήσεις, ενισχύοντας εκείνες που διαφορετικά θα χάνονταν. Έτσι, ο νους μας δεν λειτουργεί με απόλυτη λογική αλληλουχία, αλλά με ένα ευέλικτο σύστημα που φιλτράρει όσα έχουν περισσότερη συναισθηματική ή εννοιολογική αξία.
Ενδιαφέρον παρουσιάζει και το γεγονός ότι, όταν οι δευτερεύουσες αναμνήσεις έχουν ήδη έντονο συναισθηματικό φορτίο, το φαινόμενο αυτό εξασθενεί. Με άλλα λόγια, ο εγκέφαλος φαίνεται να δίνει προτεραιότητα στη «διάσωση» αναμνήσεων που διαφορετικά θα χάνονταν, αντί να ενισχύει εκείνες που ούτως ή άλλως θα έμεναν στη μνήμη. Αυτό το εύρημα ανοίγει νέους δρόμους για την κατανόηση αλλά και τη διαχείριση της μνήμης, καθώς μπορεί να προσφέρει πολύτιμα εργαλεία τόσο σε εκπαιδευτικό όσο και σε κλινικό επίπεδο.
Εκπαίδευση και μνήμη: πρακτικές εφαρμογές
Η γνώση μας περί επιλεκτικής μνήμης θα μπορούσε να προσφέρει σε διάφορους τομείς. Στην εκπαίδευση, η σύνδεση δύσκολων εννοιών με παραδείγματα που προκαλούν συναίσθημα ή έκπληξη θα μπορούσε να βελτιώσει σημαντικά την απομνημόνευση. Επίσης, στον χώρο της υγείας, θα μπορούσε να αξιοποιηθεί για να «διασωθούν» αναμνήσεις που έχουν εξασθενήσει με την ηλικία, προσφέροντας στήριξη σε άτομα με απώλεια μνήμης. Από την άλλη πλευρά, ο ίδιος μηχανισμός θα μπορούσε να εφαρμοστεί και αντίστροφα, για την αποδυνάμωση δυσάρεστων αναμνήσεων σε περιπτώσεις τραύματος ή αγχώδους διαταραχής.
Η νέα αυτή ανακάλυψη δείχνει πώς μπορούμε να επηρεάσουμε συνειδητά τη μνήμη μας. Η ιδέα ότι οι αναμνήσεις είναι δυναμικές καταγραφές που μπορούν να ενισχυθούν ή να εξασθενήσουν, αλλάζει ριζικά τον τρόπο με τον οποίο βλέπουμε τον εγκέφαλό μας και τις δυνατότητές του.